(Σάββατο 25 Απριλίου 10:20)
1. Ε.Κ.Ε.Φ.Ε. Δημόκριτος, ΙΝΝ, Εργαστήριο Αρχαιομετρίας, μεταδιδακτορικός υπότροφος MSA
2. ΕΚΠΑ, Σχολή Γεωλογίας, Καθηγητής ορυκτολογίας
3. Αρχαιολόγος, Εφορία Αρχαιοτήτων Ανατολικής Αττικής
4. Ερευνητής Μεταλλευτικής Λαυρεωτικής
Το έργο LAURICON. Αρχαιομετρικά και αρχαιολογικά στοιχεία για τη χρονολόγηση της αρχαίας εξόρυξης στη Λαυρεωτική
Η Λαυρεωτική, εκτεταμένη περιοχή στη νοτιοανατολική Αττική αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα μεταλλευτικά και μεταλλουργικά κέντρα του αρχαίου κόσμου, με ιστορία εξόρυξης αργύρου που εκτείνεται ήδη από την προϊστορική περίοδο. Η συμβολή της στη διαμόρφωση της πρώιμης μεταλλουργίας της Μεσογείου υπήρξε καθοριστική, καθώς ο συνδυασμός γεωλογικής ποικιλίας, πλούσιων άργυρο-μολυβδούχων και χαλκούχων κοιτασμάτων και τεχνολογικής εξειδίκευσης οδήγησε στην ανάπτυξη εκτεταμένων μεταλλευτικών και μεταλλουργικών δραστηριοτήτων. Σύμφωνα με τις αρχαίες γραπτές πηγές, το αθηναϊκό κράτος στράφηκε συστηματικά στην εκμετάλλευση νέων κοιτασμάτων αργυρούχου μολύβδου προς το τέλος του 6ου ή τις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Η πρωτοβουλία αυτή, που τοποθετείται χρονικά λίγο πριν από τη θεμελιώδη πολιτική και στρατιωτική ακμή της Αθήνας, θεωρείται ότι παρείχε τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους για τη συγκρότηση και συντήρηση του αθηναϊκού στόλου, επισπεύδοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την κυριαρχία της πόλης στο Αιγαίο.
Η ενίσχυση της παραγωγής αργύρου αποδίδεται γενικά στην εντατική αξιοποίηση της αποκαλούμενης «Τρίτης Επαφής», μιας μεταλλοφορίας που εντοπίζεται σε βάθος περίπου 60–100 μέτρων και χαρακτηρίζεται από υψηλή περιεκτικότητα σε αργυρούχα μεταλλεύματα μολύβδου, κυρίως γαληνίτη. Ωστόσο, παρά τον καθοριστικό ρόλο που αποδίδεται παραδοσιακά στο συγκεκριμένο κοίτασμα, έως σήμερα δεν έχουν εντοπιστεί άμεσα χρονολογημένα στοιχεία που να τεκμηριώνουν επακριβώς την περίοδο εκμετάλλευσής του. Επιπλέον, δεν έχει ακόμη καταστεί εφικτή η ασφαλής συσχέτιση αρχαιολογικών καταλοίπων με αυτή τη μεταλλοφορία, γεγονός που διατηρεί σε μεγάλο βαθμό την ιστορική αφήγηση ως τη βασική πηγή για τη χρονολόγηση των εξορυκτικών και μεταλλουργικών δραστηριοτήτων του Λαυρίου.
Την τελευταία δεκαετία, γεωλογικές και γεωχημικές μελέτες έχουν δείξει ότι οι μεταλλευτικές συγκεντρώσεις του Λαυρίου δεν αποτελούν προϊόν ενός ενιαίου μεταλλογενετικού επεισοδίου, αλλά μάλλον μιας σειράς διαδοχικών ή παράλληλων διεισδύσεων μεταλλοφόρων σωμάτων στο αττικό γεωλογικό υπόβαθρο. Η πολυπλοκότητα αυτή υποδηλώνει την ύπαρξη διαφορετικών «γενεών» μεταλλευμάτων μολύβδου, οι οποίες πιθανόν να διαφέρουν ως προς τον τρόπο σχηματισμού, τα ορυκτολογικά χαρακτηριστικά, τη χημική σύσταση και τη χρονική αλληλουχία διεισδύσεώς τους.
Η παρούσα μελέτη γίνεται στο πλαίσιο ενός εγκεκριμένου ερευνητικού Έργου (LAURICON) του προγράμματος ΗΟRΙΖΟΝ/Μarie Skłodowska-Curie, που εκτελείται από το Εργαστήριο Αρχαιομετρίας του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος». Διερευνά κατά πόσο τα ορυκτά μολύβδου – και ιδιαίτερα ο γαληνίτης – από αυτές τις διακριτές μεταλλογενετικές φάσεις μπορούν να διαφοροποιηθούν με βάση ορυκτολογικά, γεωχημικά και ισοτοπικά/χρονολογικά κριτήρια. Περισσότερα από 50 δείγματα μεταλλεύματος από ποικίλες μεταλλευτικές περιοχές σε ολόκληρη τη Λαυρεωτική αναλύθηκαν με εξειδικευμένες μεθόδους, συμπεριλαμβανομένων ορυκτολογικών και στοιχειακών αναλύσεων υψηλής ακρίβειας. Στη συνέχεια, επιλεγμένα δείγματα υποβλήθηκαν σε ανάλυση ισοτόπων μολύβδου (Lead Isotope Analysis, LIA), με στόχο την ανίχνευση πιθανών ισοτοπικών διαφοροποιήσεων μεταξύ των μεταλλευτικών γενεών/’επαφών’ και τον ενδεχόμενο προσδιορισμό διαφορών στη γεωλογική ηλικία τους.
Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής φιλοδοξούν να προσφέρουν ένα πιο στιβαρό και τεκμηριωμένο χρονολογικό πλαίσιο για τις φάσεις εκμετάλλευσης των μεταλλευμάτων του Λαυρίου. Παράλληλα, αναμένεται να συμβάλουν ουσιαστικά στις μελέτες προέλευσης αρχαιολογικών αντικειμένων από άργυρο και μόλυβδο από τον αιγαιακό χώρο, ενισχύοντας την κατανόηση των διαδρομών παραγωγής, διακίνησης και χρήσης των μετάλλων στην αρχαϊκή και κλασική περίοδο.
